Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ 7ου

 Μα τι έκπληξη ήταν αυτή!!!Δεν έχω λόγια να εκφράσω τις ευχαριστίες όλων μας,του νηπιαγωγείου,των παιδιών αλλά και προσωπικά εμένα για την τόσο σπουδαία τιμή που μας γίνεται από τον εκλεκτό συγγραφέα,παραμυθά και πρόσφατα φίλο κ. Γρηγόρη Χαλιακόπουλο να μπει στον κόπο να γράψει ένα ολόκληρο παραμύθι  για μας!!!
    Γιατί να πρωτοευχαριστήσω ; για το ενδιαφέρον,για τον κόπο,για το χρόνο;Εκτιμούμε ιδιαίτερα το  τόσο ξεχωριστό αυτό δώρο.Πραγματικά είναι πολύ σπουδαία αυτή η ενέργεια!!!
    Εννοείται ότι θα το ...εικονογραφήσουμε εκτενέστατα μέσα στην τάξη.Οι μικροί μαθητές μου άλλωστε έχουν ...κλίση στην απόδοση,μέσω της ζωγραφικής, των παραμυθιών που αποτελούν ένα πολύ σπουδαίο κεφάλαιο της ζωής μας στο νηπιαγωγείο.
Σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα κ.Γρηγόρη

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ 7ου

Του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου
Αφιερωμένο στο 7ο Νηπιαγωγείο Πύργου



Τα παιδιά είχαν καθίσει στις πολύχρωμες καρέκλες τους και περίμεναν ν’ ακούσουν τον παραμυθά που θα επισκεπτόταν το νηπιαγωγείο τους. Πριν από αρκετές μέρες, τούς είχε στείλει ένα παραμύθι του για ένα μικρό παιδάκι που ταξίδεψε ολομόναχο με τα πόδια από την Περσία, την πατρίδα του, μέχρι την Ελλάδα. Η δασκάλα τους η κυρία Ειρήνη τους είπε με χαμόγελο και ζεστά λόγια: «Καλά μου παιδιά σε λίγο θα έρθει ο φίλος μας ο συγγραφέας για να μας μιλήσει για το παραμύθι που έχει γράψει. Αφού τον ακούσουμε μετά θα τον ρωτήσουμε ότι θέλουμε. Σύμφωνοι;»
«Ναι» φώναξαν όλα τα παιδάκια δυνατά και ήσυχα περίμεναν να φανεί ο παραμυθάς.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ξαφνικά ακούστηκε μια  φωνή απ’ το προαύλιο του νηπιαγωγείου.
«Συγνώμη που άργησα λίγο, έρχομαι»
Ήταν ο συγγραφέας που περίμεναν, αλλά είχε καθυστερήσει επειδή έβρεχε στο δρόμο κι αυτός ερχόταν από την Αθήνα.
Όμως στον Πύργο ο ήλιος ήταν πολύ λαμπερός και ο ουρανός καταγάλανος. Αμέσως μπήκε ο παραμυθάς που περίμεναν και όλα τα παιδάκια  τον υποδέχθηκαν με μια φωνή:
«Καλώς ήρθατε κύριε»
«Καλώς σας βρήκα αγαπημένοι μου μικροί φίλοι» τους είπε ο καινούργιος επισκέπτης του νηπιαγωγείου τους.
Τότε η κυρία Ειρήνη σηκώθηκε από την καρέκλα της και πλησίασε τον συγγραφέα, ο οποίος της εξήγησε ότι είχε πολλή βροχή στο δρόμο γι’ αυτό άργησε να φθάσει. Χαιρετήθηκαν και η καλή δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους ζήτησε να φωνάξει ένα ένα το όνομά του για να τα γνωρίσει στον φιλοξενούμενο.
Μόλις ο παραμυθάς έμαθε τα ονόματά τους, είπε και το δικό του: «Με λένε Γρηγόρη, αλλά σήμερα δεν ήμουν γρήγορος».
Τα μικρά παιδιά γεμάτα καλοσύνη του εξήγησαν ότι και στον Πύργο όταν βρέχει καθυστερούν να φθάσουν στο νηπιαγωγείο τους   γι αυτό να μη στενοχωριέται γιατί δεν έφταιγε αυτός για τη βροχή. Μόνο ένα παιδάκι τον ρώτησε:
«Εδώ δεν βρέχει που την είδατε τη βροχή;».
«Ααα έβρεχε στη διαδρομή που ερχόμουν από την Αθήνα, μέχρι χαλάζι έπεσε ενώ οδηγούσα».
«Άρα εδώ στον Πύργο είμαστε τυχεροί που έχει καλό καιρό γιατί στο διάλλειμα θα βγούμε στο προαύλιο να παίξουμε με την γάτα μας την Λίλι» είπε το μικρό παιδάκι.
«Πολύ καλή ιδέα αυτή μου φαίνεται» είπε ο παραμυθάς κι αφού κάθισε στη δική του καρέκλα άρχισε να μιλά για το μακρινό ταξίδι του φίλου του Φερεϋντούν που είχε περπατήσει τόσα πολλά χιλιόμετρα από την Περσία μέχρι την Αθήνα για να σωθεί απ’ τον πόλεμο. Ήταν ένα παραμύθι που είχε γράψει με πολλή αγάπη.
Τα παιδιά άκουγαν με προσοχή και όλα ήθελαν να πουν τη γνώμη τους. Σήκωναν τα χεράκια τους αλλά η κυρία Ειρήνη τους έλεγε πάντα με το γλυκό της χαμόγελο: «Μόλις τελειώσει να μιλάει ο παραμυθάς μας τότε μπορείτε να τον ρωτήσετε ότι θέλετε παιδιά».
Τα παιδιά συμφώνησαν να καθίσουν ήσυχα  και να ακούσουν την ιστορία που τους έλεγε ο συγγραφέας που είχε έρθει από τόσο μακριά, μόνο για αυτά.
Κάποια στιγμή όμως ο κύριος Γρηγόρης έπιασε το στομάχι του σαν να πονούσε. Ένα κοριτσάκι που τον είδε τον ρώτησε: «Κύριε μήπως πεινάτε; Η μαμά μου φτιάχνει ωραίες τηγανίτες».
«Ωωω πολύ θα ήθελα την επόμενη φορά που θα έρθω πάλι στο νηπιαγωγείο σας να φάω μια τηγανίτα… μμμ τώρα μου πέφτουνε τα σάλια που σκέφτομαι τι τραγανή θα είναι η τηγανίτα της μαμάς σου».
«Κι εγώ θα σας φέρω αυγά φρέσκα από τις κοτούλες μας» είπε ένα αγοράκι.
«Θαυμάσια πόσο καιρό έχω να φάω φρέσκο αυγό» φώναξε δυνατά απ’ τη χαρά του ο συγγραφέας των παιδικών παραμυθιών.
Αυτό ήταν! Άρχισαν όλα τα παιδιά της τάξης να του υπόσχονται ωραία πράγματα να του φέρουν μόλις ξανάρθει.
Εκείνος καταχαρούμενος σημείωνε πάνω σε ένα λευκό χαρτί: «Λοιπόν έχουμε και λέμε: τηγανίτες, αυγά, μήλα, πορτοκάλια, αγγουράκια, ντολμαδάκια, πατατούλες, μανταρίνια, καροτάκια, λουκάνικα, ντοματούλες, γλυκά, μπισκότα». Σταματούσε για λίγο να σκεφτεί και ξανάγραφε στο χαρτί τα δώρα που του είχαν υποσχεθεί τα παιδιά πως θα έφερναν. 
Ξαφνικά συνέβη κάτι μοναδικό. Εμφανίστηκε η αγαπημένη γάτα του νηπιαγωγείου με τα γαλανά μάτια. Ήξερε τη γλώσσα των παιδιών και καταλάβαινε ότι μιλούσαν για φαγητό. Χρόνια άκουγε και παρακολουθούσε την ώρα του μεσημεριανού τι έτρωγαν τα παιδιά γι αυτό και καταλάβαινε αυτά που σημείωνε ο συγγραφέας στο χαρτί του.
Ήταν έξω στο προαύλιο και πεινούσε πολύ. Μόλις όμως ανέβηκε πάνω στο περβάζι του παραθύρου άρχισε να γλύφει με τη γλώσσα της το τζάμι. Τα παιδιά που πολύ την αγαπούσαν έπαψαν να παρακολουθούν τον προσκεκλημένο παραμυθά που είχε έρθει για να τους μιλήσει για το δικό του παραμύθι και του είπαν χαρούμενα: «Η γατούλα μας πεινάει πολύ, κοιτάξτε την, τι όμορφη που είναι!».
Πράγματι η Λίλι φαινόταν πανέμορφη καθώς έπαιζε με το τζάμι σαν να ζητούσε απ’ όλους να της δώσουν σημασία και να ασχοληθούν μαζί της.
Τότε ο κύριος Γρηγόρης σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Άνοιξε αμέσως το παράθυρο να μπει μέσα στη ζεστή αίθουσα του νηπιαγωγείου. Εκείνη με χαρά έδωσε ένα πήδημα και κάθισε ανάμεσα στα παιδιά.
Τι όμορφη σκηνή! Η κυρία Ειρήνη χαμογελούσε που η γατούλα του 7ου καθόταν ήσυχη μαζί με τα παιδιά δίχως να ενοχλεί. Ακόμα και η πείνα της φαινόταν να της έχει περάσει. Ήταν μια γαλανομάτα γάτα που διψούσε για να ακούσει παραμύθια. Ήθελε να μορφωθεί να μάθει ότι και τα παιδιά για να μπορεί να μιλά καλύτερα τη γλώσσα των ανθρώπων.
Το κατάλαβε αυτό ο συγγραφέας των παιδικών παραμυθιών και την πλησίασε με το χέρι απλωμένο για να τη χαϊδέψει. Ήθελε να της πει ότι μπορεί να ακούσει κι αυτή το παραμύθι για τον φίλο του, τον Φερεϋντούν.      Γι αυτό της μιλούσε αργά και γλυκά για να τον καταλάβει.
«Καλή μου γατούλα με τα ωραία γαλανά μάτια, τώρα θα διηγηθώ την ιστορία ενός μικρού παιδιού, του Φερεϋντούν,  που περπατούσε ολομόναχο εκατόν πενήντα μέρες και εκατόν πενήντα νύχτες, για να φθάσει στην Ελλάδα, από τη μακρινή Περσία».
Ποιος να το περίμενε όμως πως η Λίλι μόλις θα άκουγε το όνομα του Φερεϋντούν θα σηκωνόταν στα δυο της πόδια σαν να ήθελε να χορέψει απ’ τη χαρά της. Άρχισε να νιαουρίζει ευτυχισμένη και ξαφνικά ακούστηκε να βγαίνει μια φωνή απ’ το στόμα της ίδια με ανθρώπου.
«Κύριε συγγραφέα πριν από κάποια  χρόνια είχε έρθει στο νηπιαγωγείο μας ο φίλος σας ο Φερευντούν και τον γνώρισα. Μιλούσε όπως κι εσείς στα παιδιά για τα παραμύθια του και μόλις με είδε με πλησίασε και χάιδεψε με στοργή το κεφάλι μου. Ήταν τόσο καλός… και είναι αλήθεια πως στενοχωρήθηκα πολύ όταν έφυγε απ’ το νηπιαγωγείο μας γιατί μας μιλούσε συνέχεια για τις πανέξυπνες γάτες της Περσίας, της πατρίδας του. Θέλω να του πείτε χαιρετίσματα όταν τον δείτε».
«Γλυκιά μου Λίλι ο φίλος μας ο Φερεϋντούν έφυγε απ’ τη ζωή πριν από πέντε χρόνια. Όμως από ψηλά στον ουρανό που είναι μας βλέπει και νοιάζεται για μας. Πως θέλεις να τον τιμήσουμε για να μην τον ξεχάσουμε ποτέ;».
«Να γράψεις ένα παραμύθι» είπε νιαουρίζοντας η πανέμορφη γάτα.
«Ναιαιαιαια» βροντοφώναξαν ενθουσιασμένα όλα τα παιδιά. Να γράψεις ένα παραμύθι για μας, το 7ο νηπιαγωγείο, κύριε παραμυθά».
«Σας το υπόσχομαι αγαπημένα μου παιδιά» συμφώνησε μαζί τους ο συγγραφέας.
«Λοιπόν θα περιμένουμε να μας το φέρετε» είπε η κυρία Ειρήνη που παρακολουθούσε την όλη συζήτηση.
«Το παραμύθι που θα γράψω θα λέγεται “η γάτα του 7ου”  και θα είναι αφιερωμένο στην κυρία Ειρήνη, στα παιδιά και τη γάτα του νηπιαγωγείου σας, που τόσο αγάπησε ο φίλος μου Φερεϋντούν. Από δω και πέρα θα σας επισκέπτομαι τακτικά και θα είμαι ο νέος φίλος σας. Λοιπόν έτοιμο κιόλας, σας το αφιερώνω φίλοι μου» είπε ο παραμυθάς και τους έδωσε το χαρτί που πάνω του είχε γράψει όλα όσα συζητούσαν τόση ώρα.
Εκείνα χαρούμενα χοροπήδησαν μαζί με τη γάτα και παρακάλεσαν την κυρία Ειρήνη να τους το διαβάσει.
Πριν φύγει ο παραμυθάς απ’ το νηπιαγωγείο, τους είπε συγκινημένος:

«Αυτό είναι το παραμύθι που σας υποσχέθηκα. Το έγραψα γρήγορα γιατί με λένε Γρηγόρη, αλλά χωρίς εσάς δεν θα μπορούσα να το γράψω. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι  το γράψαμε όλοι μαζί. Έμαθα τόσα ωραία πράγματα από σας  και γι’ αυτό σας ευχαριστώ πολύ!» τους είπε ο συγγραφέας των παιδικών παραμυθιών και έφυγε με την υπόσχεση να ξανάρθει μια μέρα στο 7ο Νηπιαγωγείο του Πύργου!